- ναρκίον
- ναρκάωgrow stiffpres part act masc voc sg (epic doric ionic)ναρκάωgrow stiffpres part act neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ναρκίον — ναρκίον, τὸ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἀσκόν». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέεται μάλλον με τα λάρκος, λαρκίον, νάρναξ και όχι με το νάρκη] … Dictionary of Greek
(s)ner-2 — (s)ner 2 English meaning: to turn, wind, etc.. Deutsche Übersetzung: “drehen, winden (also von Fäden and Flechtwerk), zusammendrehen, zusammenschnũren; sich zusammenwinden, einschrumpfen” Note: perhaps extension to snē ds.… … Proto-Indo-European etymological dictionary